"Εκείνος που δεν ξέρει τίποτε, δεν αγαπά τιποτε. Εκείνος που δεν μπορεί να κάνει τίποτε, δεν καταλαβαίνει τίποτε. Εκείνος που δεν καταλαβαίνει τίποτε, είναι άχρηστος. Εκείνος όμως που καταλαβαίνει, μπορεί και αγαπά και προσέχει και βλέπει...Όσο πιο πολλή γνώση σ'ένα πράγμα, τόσο μεγαλύτερη αγάπη...Όσοι φαντάζονται ότι όλα τα φρόυτα ωριμάζουν την ίδια εποχή με τις φράουλες, δεν ξέρουν τίποτε για τα σταφύλια." ΠΑΡΑΚΕΛΣΟΣ

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

"Στη ζωή η ομορφιά βυθίζεται, όχι όμως και στην τέχνη."

«Στη ζωή η ομορφιά βυθίζεται, όχι όμως και στην τέχνη. Η ικανότητα του ανθρώπου να μετατρέπει το χάος σε ομορφιά δεν έπαψε ποτέ να με εκπλήσσει.»( Leonardo da Vinci)

Η Μετουσίωση είναι μια ψυχική διαδικασία (μηχανισμός άμυνας) σύμφωνα με την οποία η ενέργεια των "κατωτέρων" ενστίκτων βρίσκει πιο δημιουργικές, πιο "εξευγενισμένες" διεξόδους. Η μετουσίωση, με βάση την Ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόυντ, συνδέεται με τη διοχέτευση των ενορμήσεων, μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας, σε έναν κοινωνικά αναγνωρισμένο σκοπό. Το αρχικό αντικείμενο της ικανοποίησης αντικαθίσταται από έναν υψηλότερο πολιτιστικό σκοπό απομακρυσμένο από την άμεση έκφραση του ενστίκτου. Το ένστικτο διοχετεύεται σε ένα νέο και χρήσιμο κανάλι, την τέχνη. Το έργο αποτελεί μια μορφή ικανοποίησης απωθημένων επιθυμιών του δημιουργού, υποστηρίζοντας μια πλήρη συνάφεια ανάμεσα σ' αυτές και το ασυνείδητό του. Το αντικείμενο της μετουσίωσης δεν είναι η γνώση, αλλά η βιωμένη έλλειψη. Είναι δυνατή όμως η ανάγνωση του ασυνειδήτου στο έργο τέχνης;



Τζιμ Μόρισον (Jim Morrison): Ο Θρύλος της ροκ σκηνής, η ψυχή των Doors. Βαθιά ευαίσθητη προσωπικότητα, επαναστατική, γνήσια ελεύθερη και ανήσυχη ψυχή, αντικομφορμιστής. Στο έργο που άφησε αντανακλάται η βαθιά εσωτερική του αγωνία για τον κόσμο. Το τραγούδι «Τhe End», ένα από τα ιστορικά τραγούδια των Doors, αντανακλά τον ψυχισμό του: Την αέναη πάλη του μεταξύ ζωής και θανάτου, που τελικά δεν την κέρδισε. Ένιωθε τη ζωή πολύ έντονα για να την αντέξει. Αναφέρει: «Όλοι είμαστε θεοί και ο καθένας από μας φτιάχνει τη μοίρα του. Δε μπορείς να καβαλάς τον φράχτη μεταξύ ζωής και θανάτου, ανάμεσα στο εδώ και το εκεί για πολύ.» Και τελικά δεν το κατάφερε. Πολλά από τα ποιήματά του έχουν να κάνουν με το θάνατο. Χωρίς να τον φοβάται τον προκαλούσε και έπαιζε μαζί του. Ακροβατούσε μεταξύ του ενστίκτου της ζωής και του θανάτου.«Περιπλανιόμαστε σε τροχιές τυφλές, αβοήθητοι, μόνοι.» Παρατηρούμε στο έργο του υπέροχες μεταφορές και συμβολισμούς: το γαλάζιο λεωφορείο που μας καλεί κοντά του (το κάλεσμα του θανάτου), το ουρλιαχτό της πεταλούδας (όπου η πεταλούδα συμβολίζει την ψυχή). Ήθελε να είναι η «Η Πόρτα» ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε και στο άγνωστο, η Πόρτα της Αντίληψης, που αν καθαριζόταν, τα πάντα θα φαίνονταν στον άνθρωπο όπως αληθινά είναι, άπειρα.


Vincent Van Gogh: Ο ευαίσθητος και εσωστρεφής ζωγράφος του μετα-ιμπρεσιονιστικού ρεύματος. Καταθλιπτική προσωπικότητα, με ασταθή ψυχισμό, αυτοκαταστροφικός, που βρήκε τη διέξοδό του στη ζωγραφική, αφήνοντας ένα μοναδικό έργο πίσω του. Λάτρης του χρώματος, αποτύπωσε στους πίνακες του τη βαθιά του μελαγχολία, το σκοτάδι της ψυχής του με τα πιο γλαφυρά χρώματα, όπως στην «Έναστρη Νύχτα». Αυτοτραυματίστηκε κόβοντας το αυτί του, μη μπορώντας να διαχειριστεί την πραγματικότητα της ζωής του, αναζητώντας την κάθαρση. Υπάρχουν προσωπογραφίες του που ζωγράφισε ο ίδιος, με το τραυματισμένο του αυτί, καθώς και προσωπογραφίες του όπου απεικονίζεται μόνο από τη μία πλευρά, χωρίς να φαίνεται ο τραυματισμός του. Μη μπορώντας να αντέξει το βάρος της ψυχής του, πάσχοντας από χρόνια κατάθλιψη, έβαλε τέλος στη ζωή του και αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος.



Νικόλας Άσιμος: Ο Νικόλαος Ασημόπουλος, το πραγματικό του όνομα, ήταν μία περίπτωση ιδιαίτερα αντισυμβατικού καλλιτέχνη, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο ζωής που επέλεξε ο ίδιος για τον εαυτό του. Οι συμπεριφορές του και τα τραγούδια που έγραψε θεωρήθηκαν συχνά προκλητικά. Υπήρξε ένα έντονα πολιτικοποιημένο άτομο, που ιδεολογικά δεν άνηκε σε κάποιο χώρο. Αρχικά αριστερός, απέκτησε στην πορεία αναρχική συνείδηση και στην συνέχεια ξεπέρασε και τους αναρχικούς, καθώς δεν επιθυμούσε να του κολλάνε ταμπέλες. Ισορροπώντας επικίνδυνα στο τεντωμένο σκοινί της αυτοκαταστροφής, ο Νικόλας, αρχίζει την εσωτερική του "Βόλτα", "που δε σταματάει κι ούτε ποτέ της έχει αρχίσει...". Ένας από τους λίγους, γνήσιους καλλιτέχνες του δρόμου, με βαθιά κοινωνική ευαισθησία, ίσως ο μόνος που έμπηξε τόσο βαθιά το μαχαίρι στο κόκαλο αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα ακολουθήσουν.

Στο τραγούδι του «Σχιζοφρενοβλαβίωση», περιγράφει τον τρόπο που απαλλάχτηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις με τη διάγνωση «Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου» που βέβαια δεν ανταποκρινότανε στην πραγματικότητα: ««Είμαι παλιάνθρωπος. Είμαι υπάνθρωπος. Αντικοινωνικός. Και άρρωστη σχιζοφρενοβλαβίωση».

Στο βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» αναφέρει: «Το καλό με μένα αλλά και το ζόρι είναι που ξέρω συνειδητά τον θάνατό μου και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής μπορώ να καταγράφω και το θάνατο».

Η διαδρομή κρατητήριο-Δαφνί, λόγω των συλλήψεων από την χούντα, γίνεται γνώριμη και τότε αρχίζει ο φόβος του εγκλεισμού που θα συνοδεύει τον Νικόλα μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Βασιλιάς, ο Σοφός κι ο Γελωτοποιός ενσαρκώνονται με μιας σε ένα οριστικό μπέρδεμα. Εσωτερικά ωριμάζουν πλέον οι σκέψεις και τα σενάρια για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Το Φευγιό έχει ήδη ξεκινήσει.

Το 1987 κατηγορήθηκε άδικα για το βιασμό μίας κοπέλας και οδηγήθηκε για λίγο στο ψυχιατρείο. Το γεγονός αυτό είχε σημαντικές συνέπειες στη ψυχολογία του, και βυθισμένος στη Σχιζοφρενοβλαβίωσή του, κουρέλι από τα ψυχοφάρμακα, κρεμάστηκε στο σπίτι του, που ονόμαζε χώρο προετοιμασίας και έφυγε σε ηλικία 39 ετών. Ένας θάνατος συνειδητός και προδιαγεγραμμένος από τον ίδιο το «μπαγάσα».

Κείμενο που δημοσιευτηκε στο περιοδικό "New".

Μ.Λαζαρίδου


«Στα 19 μας χρόνια ζούμε μόνοι μας, στα 29 ζούμε με τους γονείς».

Είναι εμφανές το παράδοξο του πράγματος. Οι παρούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, έχουν διαμορφώσει ένα νέο οικογενειακό μοντέλο διαφορετικό από αυτό που γνωρίζαμε από παλαιότερες εποχές. Σήμερα, οι νέοι ζούνε με τους γονείς τους μέχρι τα 30 ή και παραπάνω και στις πιο πολλές περιπτώσεις φεύγουν από το πατρικό σπίτι μόνο όταν παντρευτούν και κάνουν τη δική τους οικογένεια. Έτσι, μέσα σε ένα σπίτι πλέον υπάρχουν μόνο ενήλικες, αλλά οι ρόλοι στην οικογένεια δεν αλλάζουν. Το «παιδί» που είναι πλέον ένας ώριμος ενήλικας, συνεχίζει να αντιμετωπίζεται από τους γονείς του όπως και παλιά. Είναι γνωστή και κλασική η φράση των γονέων: «όσο ζεις στο σπίτι μου θα λειτουργείς με του δικούς μου κανόνες». Οι γονείς, δε μπορούν να αποδεχτούν αυτή την αλλαγή και να συμπεριφερθούν ανάλογα, όπως θα συμπεριφέρονταν σε έναν ώριμο ενήλικα με σεβασμό στην προσωπικότητα και στις ανάγκες του. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να καταπιέζονται και αυτοί, αφού δεν γνωρίζουν πώς να συμπεριφερθούν στο ενήλικο πλέον παιδί τους και δε μπορούν να προσαρμοστούν σους νέους ρόλους που καλούνται να παίξουν. Αυτό, έχει σαν αντίκτυπο τη δημιουργία πολλών προβλημάτων στις σχέσεις των μελών της οικογένειας και κυρίως στην ψυχολογική διάθεση του νέου ανθρώπου. Η κλινική εμπειρία έχει αποδείξει ότι νέοι που ζουν με τους γονείς τους μέχρι μεγάλη ηλικία, παρουσιάζουν συμπτώματα κατάθλιψης, στρες, νευρώσεις, μειωμένη αυτοεκτίμηση και μειωμένα κίνητρα για προσωπική εξέλιξη. Στην πιο όμορφη και παραγωγική ηλικία, κόβονται τα φτερά τους και ευνουχίζονται καθώς βλέπουν τη ζωή τους να μην προχωρά. Σε αυτά προστίθεται και ο εφιάλτης της ανεργίας, και το όνειρο για ανεξαρτητοποίηση μοιάζει πιο μακρινό από ποτέ. Αυτό το φαινομενικό δίχτυ ασφαλείας που προσφέρει η οικογένεια, εμποδίζει τους νέους από το να ρισκάρουν και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους καθώς το «βόλεμα» από τις ανέσεις στο πατρικό σπίτι είναι μεγάλο: ζεστό φαγητό, καθαρά ρούχα, μειωμένες ευθύνες. Αυτή η κόντρα στη φυσική εξέλιξη συμβίωση, γίνεται τελικά μια παγιωμένη συνήθεια που φαντάζει τελικά φυσιολογική και μη αναστρέψιμη. Αν συγκρίνουμε τη ζωή ενός ενήλικα που ζει μόνος του και αυτή ενός ενήλικα που ζει με τους γονείς του, θα παρατηρήσουμε πολλές και ενδιαφέρουσες διαφορές σε κοινωνιολογικό αλλά και προσωπικό επίπεδο. Ο ενήλικας που ζει μόνος του μπορεί να έχει την προσωπική ζωή που θέλει, να δέχεται στο σπίτι του όποιον θέλει όποτε θέλει και δεν έχει να δώσει λόγο για το τι κάνει στη ζωή του. Αντίθετα, ο ενήλικας που ζει στο πατρικό του σπίτι, εγκλωβίζεται στο πλέγμα ενοχών που του δημιουργεί η εξάρτηση από την οικογένεια και περιορίζεται αυτόματα η κοινωνική και προσωπική του ζωή. Αυτή η κατάσταση βαθμιαία δημιουργεί μια νέα γενιά ανθρώπων που δεν μπορούν ουσιαστικά να ωριμάσουν και να ολοκληρώσουν την προσωπικότητά τους αφού οι συνθήκες δεν τους επιτρέπουν να βρουν το ρόλο τους τόσο σε οικογενειακό όσο και σε κοινωνικό πλαίσιο.

Απόσπασμα κειμένου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Εβδόμη"

Κείμενο: Λαζαρίδου Μαργαρίτα

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ "Ο Μικρός Πρίγκιπας"/ Antoine de Saint-Exupery, Le petit Prince


Η ΑΛΕΠΟΥ

(απόσπασμα)XXI

Τότε λοιπόν εμφανίστηκε η αλεπού.

- Καλημέρα, είπε η αλεπού.

- Καλημέρα, απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και στράφηκε, μα δεν είδε τίποτα.

- Εδώ είμαι, είπε η φωνή, κάτω απ’ τη μηλιά.

- Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Είσαι πολύ όμορφη…

- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

- Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…

- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δεν είμαι εξημερωμένη.

- Α, συγνώμη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Όμως, μετά από σκέψη, πρόσθεσε:

- Τι πάει να πει «εξημερώνω»;

- Εσύ δεν είσαι από εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

- Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «εξημερώνω»;

- Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγάνε… Μεγάλος μπελάς. Εκτρέφουν και κότες. Είναι το μόνο τους καλό. Κότες γυρεύεις;

- Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «εξημερώνω»;

- Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς…».

- Δημιουργώ δεσμούς;

- Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι ολόιδιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σε χρειάζομαι. Κι ούτε εσύ με χρειάζεσαι. Για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού ίδια μ’ εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αν όμως μ’ εξημερώσεις, θα χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο. Θα είσαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα είμαι για σένα μοναδική στον κόσμο…

- Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι… νομίζω πως μ’ εξημέρωσε…

- Πολύ πιθανόν, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τα πιο τρελά πράματα…

- Α, δεν είναι στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

- Σ’ έναν άλλο πλανήτη;

- Ναι.

- Υπάρχουν κυνηγοί σ’ εκείνο τον πλανήτη;

- Όχι.

- Ενδιαφέρον. Και κότες;

- Όχι.

- Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού.

Όμως η αλεπού ξαναγύρισε στην προηγούμενη σκέψη της:

- Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω κότες, οι άνθρωποι με κυνηγάν. Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν, βαριέμαι λίγο. Αν όμως μ’ εξημερώσεις, η ζωή μου θα γίνει ηλιόλουστη. Θ’ αναγνωρίζω το θόρυβο ενός βήματος διαφορετικού απ’ όλα τα’ άλλα. Τα άλλα βήματα θα με κάνουν να κρύβομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου, σαν μουσική, θα με τραβάει έξω απ’ τη φωλιά μου. Κι έπειτα κοίτα. Βλέπεις εκεί πέρα, τα χωράφια με το στάρι; Δεν τρώω ψωμί. Το στάρι για μένα είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι λυπηρό. Όμως εσύ έχεις μαλλιά χρυσαφένια. Θα είναι υπέροχο λοιπόν όταν θα με έχεις εξημερώσει. Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα μου θυμίζει εσένα. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Η αλεπού σώπασε και κοίταξε ώρα πολλή το μικρό πρίγκιπα:

- Σε παρακαλώ… εξημέρωσέ με, είπε.

- Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.

- Γνωρίζουμε μονάχα τα πράματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα απ’ τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.

- Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

- Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…

Την επομένη ο μικρός πρίγκιπας ξαναήρθε.

- Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις τα’ απόγευμα, από τις τρεις θ’ αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και Θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δε θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της… Χρειάζεται κάποια τελετή.

- Τι πάει να πει τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

- Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, μια ώρα με τις άλλες ώρες. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια τελετή στους κυνηγούς. Χορεύουν την Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Η Πέμπτη λοιπόν είναι υπέροχη μέρα. Πάω και κάνω βόλτα ίσαμε τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν οποτεδήποτε, οι μέρες θα έμοιαζαν όλες, κι εγώ δε θα είχα ποτέ διακοπές.

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:

- Αχ, είπε η αλεπού… Θα κλάψω.

- Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω…

- Σωστά, είπε η αλεπού.

- Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

- Σωστά, είπε η αλεπού.

- Τι κέρδισες λοιπόν;

- Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.

Έπειτα πρόσθεσε:

- Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις και θα σου χαρίσω ένα μυστικό.

Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.

- Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, δεν είσαστε τίποτα ακόμα, τους είπε. Κανείς δε σας έχει εξημερώσει και δεν έχετε εξημερώσει κανέναν. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού ίδια μ’ άλλες εκατό χιλιάδες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.

Και τα τριαντάφυλλα στέκονταν θιγμένα.

- Είσαστε όμορφα, όμως είσαστε άδεια, τους είπε ακόμα. Δεν πεθαίνει κανείς για σας. Βέβαια, το δικό μου τριαντάφυλλο ένας απλός περαστικός θα έλεγε πως σας μοιάζει. Όμως εκείνο μόνο του έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα εσάς, αφού εκείνο είναι που πότισα. Αφού εκείνο έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Αφού εκείνο προστάτεψα με το παραβάν. Αφού σ’ εκείνο σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο τρεις για να γίνουν πεταλούδες). Αφού εκείνο άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή κάποιες φορές ακόμα να σωπαίνει. Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου.

Και ξαναγύρισε στην αλεπού:

- Αντίο, είπε…

- Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν.

- Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

- Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό.

- Είναι ο χρόνος που ξόδεψα για το τριαντάφυλλό μου…, είπε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

- Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού. Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Θα είσαι υπεύθυνος για πάντα για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…

- Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου…, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

"ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΛΛΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑΤΑ"

Η ιστορία του «παραμυθιού» χάνεται στα βάθη των αιώνων αντανακλώντας την πορεία των λαών και του πολιτισμού τους. Το παραμύθι πλάθεται από τον κόσμο του θαυμάσιου και του μαγικού και δεν υπόκειται καθόλου σε όρους πραγματικής ζωής, προσαρμόζεται όμως τελείως στο περιβάλλον, στα ήθη, στα έθιμα και στους μύθους των λαών. Δεν έχει χαρακτήρα διδακτικό ή συμβουλευτικό, έχει όμως ηθικό: στο τέλος του παραμυθιού, έρχεται η λύση, η δικαίωση του καλού ενάντια στην αιώνια μάχη με το κακό. Πόσοι από εμάς, ανατρέχοντας στην παιδική μας ηλικία, δεν θυμόμαστε τα αγαπημένα μας πρόσωπα να μας διηγούνται παραμύθια με δράκους και νεράιδες, με ξωτικά και κακούς λύκους. Πόσο αθώες είναι όμως αυτές οι ιστορίες, που παρασύρουν στο φανταστικό τους κόσμο παιδιά από τόσο μικρή ηλικία?

Τα παραμύθια, αντανακλούν και τα καταγράφουν τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές, πολιτιστικές και ηθικές αξίες της κάθε κοινωνίας στη διάρκεια των χρόνων. Αποτελούν ένδειξη της λειτουργίας κάθε κοινωνίας και της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων. Αναπαράγουν τα κοινωνικά στερεότυπα, τις κοινωνικές νόρμες και ενισχύουν τις υπάρχουσες προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες. Από τα πιο κλασικά μοτίβα που συναντάμε στα παραμύθια, είναι αυτό της «Σταχτοπούτας» : η ορφανή και φτωχή κοπέλα, που περιμένει τον πρίγκιπα να έρθει και να τη σώσει από τη μίζερη και δύσκολη ζωή της. Κυριαρχεί το πατριαρχικό μοντέλο, όπου ο άντρας είναι ο δυνατός, αυτός που φέρνει το «ψωμί» στην οικογένεια, ενώ η γυναίκα υπομένει στωικά τη μοίρα της και γίνεται έρμαιό της.

Με μια πρώτη ανάγνωση ίσως αυτές ερμηνείες να φαντάζουν υπερβολικές. Αν όμως κάποιος αναλογιστεί σε ποιους απευθύνονται τα παραμύθια, τότε τα πράγματα περιπλέκονται και αποκτούν διαφορετικό νόημα. Τα μικρά παιδιά ρουφάνε σα σφουγγάρια τον κόσμο γύρω τους χωρίς να τον φιλτράρουν. Δεν έχουν ακόμα αναπτύξει τις απαραίτητες δεξιότητες για να μπορούν να έχουν σωστή και αντικειμενική κρίση για τα όσα διαδραματίζονται γύρω τους. Γι’ αυτά, ο κόσμος είναι όπως περιγράφεται στα παραμύθια: ονειρικός και μαγικός, όπου το καλό σχεδόν πάντα επικρατεί έναντι του κακού, με το επιμύθιο «ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα». Κανείς όμως δεν ξέρει αν η «Σταχτοπούτα» τελικά έζησε ευτυχισμένη με το Βασιλόπουλό της.

Εντυπώνεται υποσυνείδητα λοιπόν στην ανατροφή των κοριτσιών από πολύ μικρή ηλικία, η ιδέα του όμορφου πρίγκιπα που έρχεται με το άσπρο του άλογο. Αυτή την εικόνα ενισχύουν και πολλές μητέρες, που προσομοιάζουν αυτές τις ιστορίες με τα μικρά τους κοριτσάκια και προβάλλουν τα όνειρα που έχουν για αυτά. Οι προσδοκίες των γονέων για τα παιδιά τους παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του φύλου τους. Η μητέρα ονειρεύεται για το κοριτσάκι της να γίνει ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη δημιουργώντας οικογένεια, ενώ αντίθετα θέλει το αγόρι της να καταξιωθεί επαγγελματικά και να κατακτήσει τον κόσμο. Αυτά είναι στερεότυπα που μεταλαμπαδεύονται ασυνείδητα από γενιά σε γενιά, και μέχρι και σήμερα ισχύουν όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Τέτοια στερεότυπα βρίσκουν έκφραση σε πολλά παραμύθια με τα οποία ανατρέφονται ολόκληρες γενιές παιδιών. Αν ο καθένας από εμάς ανατρέξει και θυμηθεί τα συναισθήματα που του προκαλούσαν τα παραμύθια της παιδικής του ηλικίας, θα διαπιστώσει τη μεγάλη επιρροή που του ασκούσαν.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να «ενοχοποιήσουμε» τα παραμύθια. Η κοινωνία είναι η υπεύθυνη για την όποια καθοδήγηση περνάει και αντανακλάται σε αυτά καθώς τα παραμύθια αποτελούν καθρέφτη της. Εναπόκειται σε γονείς και εκπαιδευτικούς να κάνουν την επιλογή και να περάσουν στα παιδιά τους μηνύματα που προωθούν την ανάπτυξή τους και την ομαλή προσαρμογή στο ρόλο τους και στο φύλο τους μέσα στην κοινωνία.

Κείμενο: Λαζαρίδου Μαργαρίτα